Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

100 βιβλία που δεν αγάπησαν οι Ελληνες

Είναι δυνατόν να υπάρχουν μυθιστορήματα του Τολστόι, του Ντίκενς, του Μπαλζάκ αλλά και νεότερων, όπως ο Ναμπόκοφ, ο Μέιλερ ή ο Καπότε, που οι έλληνες αναγνώστες τούς γύρισαν την πλάτη; Ή άλλα εμβληματικά έργα ξένων λογοτεχνιών που πέρασαν στη χώρα μας απαρατήρητα; Ή σύγχρονα έργα που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής συνείδησης στον σημερινό δυτικό κόσμο και στην Ελλάδα... έμειναν στα ράφια;

Αυτά τα ερωτήματα δεν απαντήθηκαν - αν και φάνηκαν να συγκινούν τους ακροατές του ραδιοφωνικού σταθμού ΒΗΜΑ FM: εδώ και μερικούς μήνες στη νυχτερινή ζώνη του, την οποία επιμελείται ο Μάκης Προβατάς, άκουγαν να παρουσιάζονται 100 σπουδαία βιβλία που δεν αγαπήθηκαν από το ελληνικό κοινό. Οι περισσότεροι ακροατές ζήτησαν λεπτομέρειες γι' αυτά, έλαβαν μέρος σε διαγωνισμούς για να τα κερδίσουν, ενώ πρότειναν και άλλα παρόμοια που θα ήθελαν να διαβάσουν. Για τέσσερις μήνες η ραδιοφωνική αυτή συζήτηση εξελίχθηκε στην αναζήτηση των χαμένων ευκαιριών ανάγνωσης: βιβλία που έπρεπε να διαβαστούν και για διάφορους λόγους δεν έφθασαν σε αυτούς που θα ήθελαν να τα διαβάσουν.

Αν χωρίζαμε αυτά τα 100 βιβλία σε ζώνες θα διαπιστώναμε ότι κάποια ανήκουν στα βιβλία αναφοράς. Για παράδειγμα, το έπος Βάλτερ ο χεροδύναμος (εκδ. Στοχαστής), λατινική διασκευή χαμένου ηρωικού άσματος από τον κύκλο των «Νιμπελούνγκεν», που γράφτηκε μεταξύ του Θ' και του Ι' αιώνα. Το βιβλίο, γραμμένο από μοναχό, έχει αναφορές τόσο στη γερμανική μυθολογία όσο και στην ελληνική, ενώ εκπλήσσει με την τολμηρότητα και τις ανατροπές του.

Αδιάβαστο όμως έμεινε για τους Ελληνες και το Νιμπελούνγκεν (εκδ. Στοχαστής). Το τραγούδι των Νιμπελούνγκεν έχει χαρακτηριστεί ως το ωραιότερο μεσαιωνικό έπος, η «Ιλιάδα της γερμανικής φιλολογίας», ενώ ενέπνευσε τον Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν στη συγγραφή της διάσημης τριλογίας του Ο άρχοντας των δαχτυλιδιών, τον Ριχάρδο Βάγκνερ στη σύνθεση της θαυμαστής τετραλογίας του «Το δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν», αλλά και τον Φριτς Λανγκ, που το μετέφερε στη μεγάλη οθόνη.

Στην ίδια ζώνη, των βιβλίων αναφοράς που δεν έτυχαν θερμής υποδοχής, θα βρούμε και το Walden (εκδ. Κέδρος) του Ντέιβιντ Χένρι Θορό, το πρώτο ίσως οικολογικό μανιφέστο που ενέπνευσε όλο το χίπικο κίνημα, τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Γκάντι. Ενα άλλο παράδειγμα είναι η ιστορία της Ζαν ντ΄Αρκ. Ο θρύλος της Παρθένας της Ορλεάνης έχει εμπνεύσει δεκάδες καλλιτέχνες όπως στο θέατρο τον Σίλερ, τον Σαρλ Πεγκύ, τον Ανουίγ, στην όπερα τον Τζουζέπε Βέρντι, τον Κλοντέλ, στη μουσική τον Τσαϊκόφκσι, στον κινηματογράφο τον Ντράγερ, στη ζωγραφική τον Ενγκρ κ.ά. Στην πεζογραφία, το βιβλίο του Μαρκ Τουέν Ιωάννα της Λωρραίνης (εκδ. Νεφέλη) δεν είχε τύχη...

Αναγνωστική «διαφθορά»
«Γιατί δεν πουλάνε κάποιοι γνωστοί συγγραφείς;» ρωτώ τον Ανταίο Χρυσοστομίδη, υπεύθυνο της πολύ γνωστής σειράς ξένων συγγραφέων των εκδόσεων Καστανιώτη.«Πραγματικά είναι περίεργο εκ πρώτης όψεως να μην πουλάνε νομπελίστες όπως ο Σόουλ Μπέλοου ή ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, που τα έργα τους αποτελούν σημείο αναφοράς της σύγχρονης λογοτεχνίας για οποιονδήποτε διαβάζει, σε όλον τον κόσμο. Ή άλλοι να "πουλάνε" μόνο ένα από τα έργα τους».

Παράδειγμα τρανό ο Ναμπόκοφ. Με εξαίρεση τη δημοφιλέστατη Λολίτα, τα υπόλοιπα έργα του, όπως το αριστούργημά του Ο αξιοπρεπής κύριος Πνιν ή η Χλωμή φωτιά (και τα δύο στις εκδόσεις Καστανιώτη) δεν είχαν τύχη, κάτι που σημαίνει ότι το σκάνδαλο της Λολίτας και όχι η λογοτεχνική αξία τράβηξαν τους αναγνώστες-καταναλωτές.«Δυστυχώς, δεν υπάρχει παιδεία, ο έλληνας αναγνώστης επηρεάζεται από τα μπεστ σέλερ. Αυτούς δεν τους θεωρώ αναγνώστες, είναι ευκαιριακοί. Οι καλοί αναγνώστες είναι τελικά λίγοι στη χώρα μας» λέει ο Ανταίος Χρυσοστομίδης.  

Στο ότι οι αναγνώστες επηρεάζονται από τα φτηνά μυθιστορήματα θα επιμείνει και οΓιώργος Δαρδανός, ο οποίος έχει δημιουργήσει τη σειρά με μεγάλα έργα που έχουν επηρεάσει την παγκόσμια λογοτεχνία, όπως των Τόμας Μαν, Μέλβιλ, Ντίκενς κ.ά.: «Εμείς οι εκδότες κατασκευάσαμε "διεφθαρμένους" αναγνώστες. Ο έλληνας αναγνώστης συνήθισε να διαβάζει εύκολη, ροζ λογοτεχνία, αυτή που κάποτε πουλιόταν μόνο στα περίπτερα και κανένα βιβλιοπωλείο δεν καταδεχόταν να τη βάλει στις προθήκες του. Τα ντύσαμε με ωραία χαρτιά, βάλαμε γυαλιστερές φωτογραφίες και τα πουλήσαμε για λογοτεχνία. Πήγα προχθές στα Γιάννενα και σε βιβλιοπωλείο που επισκέφθηκα είδα ντάνες με το βιβλίο της Τζέιμς "Πενήντα αποχρώσεις του γκρι", αλλά υπήρχε ένα μόνον αντίτυπο Μέλβιλ, ένα αντίτυπο Ουίλκινς κ.λπ. Παρ' όλα αυτά εγώ θα επιμείνω, θα εξακολουθήσω να βγάζω καλά βιβλία. Είναι η μόνη μας ελπίδα. Αλλά έτσι δικαιώνομαι και απέναντι στον εαυτό μου ως εκδότη».

Επιμονή στους κλασικούς δείχνει και ο Ανδρέας Καρτάκης των εκδόσεων Ροές, με μια σειρά την οποία φροντίζει να ανανεώνει συχνά, διακινδυνεύοντας ακόμη και άγνωστους τίτλους. Ετσι η Ηδονή του Ντ΄Ανούτσιο μπορεί να σημείωσε κάποια επιτυχία - «έπαιξε, ίσως, ρόλο και ο τίτλος» λέει ο εκδότης - αλλά ο σημαντικός εκπρόσωπος του βερισμού, ο Σικελός Λουίτζι Καπουάνα, με το σπουδαίο έργο του Μαρκήσιος της Ροκαβερντίνα δεν συγκίνησε τους έλληνες αναγνώστες.

Ο κ. Καρτάκης τονίζει ότι «στην Ελλάδα δεν υπάρχει παιδεία αλλά ούτε σοβαρή εκπροσώπηση του βιβλίου από στελέχη υπουργείων, από καθηγητές ή διανοούμενους με δημόσια παρέμβαση, που θα ταρακουνούσε τα πράγματα, όπως παλαιότερα, στη δεκαετία του '50». Επιπλέον, «η μη ύπαρξη βιβλιοθηκών και καλλιέργειας αναγνωστικής συμπεριφοράς στα σχολεία διαμορφώνουν αναγνώστες χωρίς κουλτούρα, που έλκονται από το ευτελές βιβλίο».

Κλασικοί και νέοι ...αγνοούμενοι
Υπάρχει επίσης η ζώνη των κλασικών: γνωστοί συγγραφείς που κάποια βιβλία τους γνώρισαν αποδοχή και κάποια άλλα, για ανεξήγητους λόγους, έμειναν στα ράφια. Επρεπε να έρθει, το 1989, η προκήρυξη της «17ης Νοέμβρη» με τσιτάτα του Μπαλζάκ - ο γάλλος συγγραφέας αποκαλούσε τις εφημερίδες «χαμαιτυπείο της σκέψης», «αποθήκες δηλητηρίου» που «ξεπερνούν το πιο βρώμικο εμπόριο όσον αφορά την κερδοσκοπία και τη συναλλαγή» - για να ψάξουν όλοι πού βρίσκονταν αυτές οι δηλητηριώδεις σκέψεις και να ανακαλύψουν το περίφημο έργο του Χαμένες ψευδαισθήσεις (εκδ. Εξάντας), το οποίο ως τότε δεν είχε κυκλοφορήσει ολόκληρο.

Οταν κυκλοφόρησε, το 1993, είχε πάψει να υφίσταται ενδιαφέρον. Ομοίως, ενώ ο μύθος της φάλαινας Μόμπι Ντικ είναι πολύ ισχυρός και στη χώρα μας καθώς όλοι τον γνωρίζουν από τα Κλασικά Εικονογραφημένα ή από τον κινηματογράφο, όταν κυκλοφόρησε η πλήρης έκδοση, με σημειώσεις και πολλά παράπλευρα στοιχεία, το έργο του Χέρμαν Μέλβιλ Μόμπι Ντικ, η φάλαινα (εκδ. Gutenberg) πούλησε αναλογικά πολύ λίγα.

Επίσης, ενώ η Αισθηματική αγωγή του Γκυστάβ Φλομπέρ γνώρισε περισσότερες από μία εκδόσεις στην Ελλάδα, το πρόπλασμά της, η Πρώτη αισθηματική αγωγή (εκδ. Νεφέλη) δεν είχε τύχη. Ενα από τα πιο ωραία ιστορικά μυθιστορήματα του Ρόμπερτ Γκρέιβς, το Εγώ ο Κλαύδιος (εκδ. Κέδρος), μετά βίας ξεπέρασε την πρώτη έκδοση ενώ, αν και γραμμένο το 1934, παραμένει φωτεινός οδηγός για το πώς η συμπεριφέρεται η αρχηγική εξουσία και το πώς η απληστία ή/και το σεξ κυριαρχούν στις επιλογές των εκάστοτε αρχηγών.

Αλλά και συγγραφείς του 20ού αιώνα εμφανίζουν έργα στα οποία το κοινό δεν ανταποκρίνεται, όπως Το δέρμα (εκδ. Μεταίχμιο) του Κούρτσιο Μαλαπάρτε - αν και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο. Ούτε ο Ουίλιαμ Φόκνερ συγκίνησε με το πυκνό μυθιστόρημά του Ιερό (εκδ. Μεταίχμιο) τους έλληνες αναγνώστες.




Η φήμη και οι διακρίσεις δεν μετράνε
Πολλοί και από τους πολύ νεότερους συγγραφείς δεν είχαν τύχη. Ο Τζόναθαν Λίτελ με τιςΕυμενίδες (εκδ. Λιβάνης), βιβλίο που ξεσήκωσε τη διανόηση της Ευρώπης με το προκλητικό θέμα του, τη διολίσθηση ενός διανοουμένου προς τον ναζισμό, πουλώντας εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, στη χώρα μας σημείωσε εκκωφαντική αποτυχία. Την ίδια τύχη είχε και το ογκώδες έργο Κεντρική Ευρώπη (εκδ. Κέδρος) του Ουίλιαμ Βόλμαν, ένα μυθιστόρημα για την πορεία της χιτλερικής και ναζιστικής Ευρώπης, βραβευμένο με το National Book Award 2005.

Το ότι η φήμη ή ο θόρυβος δεν μετράει το αποδεικνύει και το παράδειγμα του Φόστερ Ουάλας. Οταν ο αμερικανός συγγραφέας αυτοκτόνησε, γράφτηκαν χιλιάδες λέξεις και έκλαψαν πολλοί από τους πιστούς του στην Ελλάδα. Η κυκλοφορία, λίγο αργότερα, της πολύ καλής συλλογής διηγημάτων του Αμερικάνικη λήθη (εκδ. Κέδρος) δεν κατάφερε να εξαντλήσει ούτε την πρώτη έκδοση. Τι είχε συμβεί; Ο μιντιακός θόρυβος από τον θάνατο του Ουάλας απευθύνθηκε σε αυτούς που καταναλώνουν πληροφορίες και κουτσομπολιά, ενώ οι συνεπείς αναγνώστες δεν τον ανακάλυψαν.

Οπως δεν ανακάλυψαν ούτε τον Τζούνο Ντιάζ και το έργο του Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Οσκαρ Γουάο (εκδ. Λιβάνης), το οποίο δέχτηκε εξαιρετικές κριτικές, τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ 2008 και πολλές ακόμη σημαντικές διακρίσεις. Ούτε ο Θεός των μικρών πραγμάτων (εκδ. Ψυχογιός) της βραβευμένης με Μπούκερ Αρουντάτι Ρόι σημείωσε υποδοχή ανάλογη αυτής που έτυχε στο εξωτερικό.

Η άποψη του Νίκου Καρατζά των βιβλιοπωλείων Ιανός δημιουργεί θετικές προσδοκίες καθώς τα στοιχεία πωλήσεων των βιβλιοπωλείων του δείχνουν μια επιστροφή στους κλασικούς. «Αν και υπάρχουν κάποιοι που συγκυριακά δεν ζητούνται, όπως ο Κάφκα ή ο Ζολά, με την πρώτη ευκαιρία - μια επανέκδοση ή μια ταινία - μπορεί να επανέλθουν στο προσκήνιο» σημειώνει.

Βιβλιοπώλες, εκδότες και συγγραφείς συμφωνούν ότι σε μια τέτοια περίοδο κρίσης χρειάζεται οι προσφορές να επικεντρωθούν στα καλά βιβλία, κλασικών και σύγχρονων συγγραφέων. Οχι μόνο ως αντίδοτο στην ευτέλεια της εποχής αλλά και ως θεμελιώδες συστατικό για τη διαμόρφωση μιας καλής βάσης αναγνωστών για τους μετέπειτα καιρούς.

tovima.gr

0 σχόλια: